ακτινοβόλος

[актиноволос] επ. излучающий, лучистый, лучезарный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακτινοβόλος" в других словарях:

  • ακτινοβόλος, -ος, -ο — και αχτινοβόλος, α, ο 1. αυτός που εκπέμπει ακτίνες, φωτοβόλος: Ο ακτινοβόλος ήλιος σχεδόν μεσουρανούσε. 2. χαρούμενος, ευτυχισμένος: Είχε το πρόσωπο αχτινοβόλο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακτινοβόλος — α, ο και αχτινοβόλος και αχτιδοβόλος (Α ἀκτινοβόλος, ον) αυτός που εκπέμπει ακτίνες, που σκορπίζει γύρω του λάμψη, φωτοβόλος, λαμπρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκτὶς ( ίνα) + βόλος < βάλλω. ΠΑΡ. ἀκτινοβολία] …   Dictionary of Greek

  • ἀκτινοβόλοις — ἀκτινοβόλος sending forth rays masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγλαός — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Γεωργός από την Ψωφίδα της Αρκαδίας. To Μαντείο των Δελφών τον ανακήρυξε ευτυχέστερο από τον πάμπλουτο βασιλιά των Λυδών Κροίσο, γιατί ενώ όλη του η περιουσία ήταν ένα μικρό χωράφι, ζούσε ευτυχισμένος από τα προϊόντα… …   Dictionary of Greek

  • αιγλήεις — αἰγλήεις, εσσα, ῆεν (Α) [αἴγλη] 1. ακτινοβόλος, λαμπρός, αστραφτερός 2. (το ουδ. ως επίρρ.) αἰγλῆεν λαμπρά …   Dictionary of Greek

  • αιγλοφανής — αἰγλοφανής, ὲς (Α) ακτινοβόλος, φωτοβόλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴγλη + φανὴς < ἐφάνην, παθητ. αόρ. β τού ρ. φαίνω] …   Dictionary of Greek

  • ακτινοβολία — (αγγλ. radiation). Γενικός όρος με τον οποίο στη φυσική υποδηλώνονται τα φαινόμενα εκπομπής, διάδοσης και απορρόφησης ενέργειας από μέρους σωμάτων, με τη μορφή είτε κυμάτων (α. ηχητική, α. ηλεκτρομαγνητική) είτε σωματιδίων. Οι α. μπορούν να… …   Dictionary of Greek

  • ακτινοβολώ — ( έω) (Α ἀκτινοβολῶ) εκπέμπω ακτίνες, λάμπω, φωτίζω νεοελλ. λάμπω από ευτυχία και χαρά αρχ. δέχομαι τις ακτίνες τού ήλιου, φωτίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκτινοβόλος. ΠΑΡ. νεοελλ. ακτινοβόλημα, ακτινοβόληση] …   Dictionary of Greek

  • ακτινολαμπής — ές ο ακτινοβόλος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακτίνα + λαμπής < λάμπω] …   Dictionary of Greek

  • διαυγής — ές (ΑΝ) 1. (για νερό) διαφανής, καθαρός 2. (για λόγο) σαφής, ευκρινής 3. (για νου) οξυδερκής 4. (για μέταλλα) φεγγοβόλος, ακτινοβόλος 4. (για ψυχή) αγνός, καθαρός …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.